μολποδώρα

μολποδώρα
μολποδώρα, ἡ (Α)
(ως τίτλος τής Αφροδίτης στην Κύπρο) αυτή που χορηγεί, που δωρίζει τη μολπή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μολπή + -δώρα (< δῶρον), πρβλ. αναξί-δώρα, Παν-δώρα].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”